φ.δ.

Τσάλεν-τζες

Πράξη 1η

Τικ-τακ. Τικ-τακ. Τικ-τακ. Σκοτάδι. Θα ήταν καλή ιδέα να ρίξει έναν ύπνο για να περάσει η ώρα. Τικ-τακ. Τικ-τακ. Τικ-τακ. Ζέστη. Πώς να κοιμηθεί μια τέτοια στιγμή; Η τύχη του τον περιμένει δύο μέτρα από πάνω. Σενιαρισμένος και τεντωμένος, νιώθει στο κέντρο του ενδιαφέροντος. Το πανελλήνιο καρδιοχτυπά μπροστά στους δέκτες του. Έχει έρθει επιτέλους εκείνη η ώρα που οι φιλοδοξίες του θα γίνονταν πραγματικότητα. Κι ας είναι στριμόκωλα κι ας έχει την υποψία ότι αυτό που τον γαργαλά πίσω από το αριστερό γόνατο είναι κατσαρίδα και όχι η επερχόμενη δόξα. Τικ- τακ, τικ-τακ, τικ-τακ.

Στο Χιούστον είναι τέλη Ιανουαρίου. Όλα είναι έτοιμα. Οι στολές γυαλίζουν και το λεωφορειάκι που τους πηγαίνει στην εξέδρα είναι υπερλούξ. Οι κάσκες είναι λίγο κλειστοφοβικές αλλά που να παραπονιέται κανείς την τελευταία στιγμή; Έχει έρθει η μεγάλη ώρα και οι αστροναύτες, σίγουροι για τους εαυτούς τους, κάνουν τους τελευταίους ελέγχους πριν την εκτόξευση. Χιούστον προς Σιέρα-τάνγκο-σιέρα-51-λίμα όλα εντάξει; Σιέρα-τάνγκο-σιέρα-51-λίμα προς χιούστον όλα καλά, είμαστε έτοιμοι για επιβίβαση. Χιούστον προς σιέρα-τάνγκο-σιέρα-51-λίμα προβαίνουμε σε διαδικασίες. Ρότζερ. Περιμένουμε. Ρότζερ.

Έτσι, πανέτοιμος είναι κι ο Αριστειδάκης  ο Ντόκολας, μες το γυαλιστερό μπεζ κουστούμι του. Σφίγγει με τα δύο χέρια, το μικρόφωνο που μοιάζει να θέλει να βουτήξει στο κενό. Οι παλάμες του,  παγωμένες, ιδρώνουν στο φόβο ότι θα του γλυστρίσει και θα γίνει ρεζίλι των σκυλιών. Ο ηχολήπτης από απέναντι του κάνει νόημα: «Είσαι έτοιμος;» Ο Αριστειδάκης γνέφει θετικά. «Βγαίνεις». Κάνει ένα βήμα, σκοντάφτει μέσα στα δανεικά σκαρπίνια ενώ από το κοινό ακούγεται ένα ελαφρύ χάχανο. Κοκκινίζει, αφρίζει λίγο, ανασυντάσεται και ανεβαίνει στο πάλκο. Στριμώχνεται όρθιος μπροστά από τους μουσικούς που κάνουν το διάλειμμα τους και ξεροβήχει στο μικρόφωνο για να καθαρίσει το λαιμό του. Οξύς, διαπεραστικός μικροφωνισμός τρυπάει τα αυτιά των συγχωριανών.

Είναι η μέρα που όλο το χωριό χτενίζεται, σιδερώνεται, τρίβεται με μπαντανόβουρτσες, μπογιατίζεται και παρφουμάρεται για να παραστεί στη μεγάλη θρησκευτική πανήγυρι. Στο χωριό είναι δεκάπενταύγουστος και όλα είναι στην εντέλεια για να αποδείξουν ευρωστία, χρηστά ήθη και ευσέβεια. Οι κυρίες έχουν αρωματίσει τους κόρφους τους με τριαντάφυλλο και οι κύριοι τα πέτα με λεμόνι. Κάποιες είναι βαμμένες υπερβολικά ενώ άλλες είναι εμφανώς κομμένες από την αϋπνία κάτω από την παραφουσκωμένη κόμη τους. Ανάπαυση και μπικουτί είναι δύο πράγματα ασύμβατα. Ακόμα και η αποφορά ναφθαλίνης από τα ρούχα και λιβανιού από την εκκλησία ωχριά μπροστά το ακραίο πατσουλί που έχουν ραντιστεί.

Πριν λίγη ώρα τα χρυσά χαμόγελα και οι λοξές ματιέ,ς από τραπέζι σε τραπέζι, είχαν την τιμητική τους. Τώρα ο μικροφωνισμός από τα μεγάφωνα προκαλεί συσπάσεις πόνου στα πρόσωπα των συγκεντρωμένων που προσπαθούν να βουλώσουν τα αυτιά τους. Το Ντοκολέικο, σύσσωμο κι αυτό , έχει πιάσει ένα καλό τραπέζι στην πλατεία για να θαυμάσει το καμάρι, τον Αριστειδάκη που είναι επιφορτισμένος από το δήμαρχο να κάνει την κλήρωση της λαχειοφόρου αγοράς. Η μάνα του, μία από τις επιφανέστερες άυπνες, με το μαλλί-κράνος, κόκκαλο από τη λακ είναι ίσως η μόνη που δεν κλείνει, με φρίκη, τα αυτιά της. Έχει κάνει άλλωστε τα πάντα για να εξασφαλίσει δανεικό κοστούμι και παπούτσια στο γιόκα της. Στα 25 του χρόνια, ξερακιανός σα σουβλί και ηλιοκαμένος από τη βοσκή τρέμει σαν το ψάρι μέσα στην αταίριαστη φορεσιά, στη σκέψη ότι αυτός προκαλεί το ηχητικό βασανιστήριο στο κοινό του.

Θανάααααασ’ κλείστου γαμώτ’. Διέκοψε τον όλεθρο ο Δήμαρχος δίνοντας σαφή εντολή στον ηχολήπτη.Ε μα θα μας κ΄φάν’ ου τζές. Ψάχνοντας γύρω του για επιδοκιμασία.

Αφού διορθώθηκε το πρόβλημα, ο Αριστειδάκης πήρε μια βαθιά ανάσα και άρχισε να λέει το ποίημα μονοκοπανιά:

Σεβασμιότατε Δέσπουτα, Μεγαλειότατε Δήμαρχ’ κυρ Μπάμπουρα, καλέ μας ενουμ΄τάρχα, αγαπ’τοί συγχουριανοί, κυρίες, κύργοι. Ευχαριστούμε απ’τα βάθ’μας για την τ’μή που μας κάνατε να παρεβρεθείτ’ σήμ’ρα στου παγκύρ’ τσ’ κοιμήσιους τσ’ θηοτόκ’ μεγάλ’ η χάρη τσ΄. Μετα τ’μής σας ενημερώνου ότ’ ου εξωραιστκός-εκπολιτιστ’κός σύλλουγος του χωριού μας με τουν διακριτ΄κό τίτλου «Πύρρου Αναθήματα» διοργανών’ λαχειουφόρο αγουρά με πουλλά κι πλούσια δώρα. η κλήρουσ’ θα πραγματοποιηθεί σε νια ώρα από τούδε. Τώρα θα ακολουθήσ΄ δημοτ’κό πρόγραμμα, με ελεύθερο χουρό, από τ΄ν ουρχήστρα τ’ μαέστρου μας Τώνη Μπούκουρα. Επιπλέον ο σύλλουγός μας, προσφέρ’ μπύρα κουτάκ’ και για φαΐ αρνί στη σούφλα, κοκκορέτσ’ και άλλους πολλούς εκλεχτούς μεζέδες. Η σκυτάλ’ τώρα στους μουσ’κούς και καλή σας διασκέδασ’.

Ξεφύσηξε ανακουφισμένος. Τα είπε. Είχε κάνει πολλές πρόβες άλλωστε. Έκανε να φύγει, αναστατώνοντας πάλι την ορχήστρα. Σκούντηξε το αρμόνιο τρακάροντας με το κλαρίνο. Ο μαέστρος του έριξε μια σουβλερή ματιά. Ο Αριστειδάκης σήκωσε τους ώμους την ώρα που ο κλαριτζής του έστρωνε μια καλοζυγισμένη τρικλοποδιά. Γεμάτος αυτοπεποίθηση, πλέον, κάνοντας μια προσποίηση, τσάκωσε τη φυσούνα του κλαρίνου για να κρατηθεί, έμεινε όρθιος κι άφησε το στενό «πάλκο» μοιράζοντας σαρδόνια χαμόγελα στην ορχήστρα.

Το «πάλκο» είναι όντως στενό. Η κανονική του δουλειά είναι: Ρυμούλκα στο τρακτέρ του δημάρχου. Κάθε πρωί ο δήμαρχος, Επαμεινώνδας Βάμβουρας, τη φορτώνει με δεμάτια τριφύλλι, ανεβαίνει στο τρακτέρ και τα πουλάει στους κτηνοτρόφους της περιοχής. Είναι ομολογουμένως ο πιο πλούσιος κτηματίας. Στα χωράφια του, όσα δεν είναι νοικιασμένα, δουλεύουν μετανάστες εργάτες της γης που καλλιεργούν το τριφύλλι το οποίο διανέμει ο ίδιος. Η διανομή δεν είναι μόνο δουλειά γι’ αυτόν. Είναι η διαρκής προεκλογική του καμπάνια. Διόλου τυχαίο άλλωστε το ότι βγαίνει δήμαρχος για 5 συνεχόμενες τετραετίες. Κι ας του γκρινιάζει η γυναίκα του ότι πρέπει να βάλει άλλον γι’αυτή τη δουλειά. Κι ας επιμένει πως οι δημόσιες σχέσεις γίνονται με κοστούμι και κούρσα με οδηγό.

-Του σκέδιου είν’ καλό κι έχ’ πετυχεσά. Εσύ τη δ’λειά σ΄.

Στην προκειμένη περίπτωση για τις ανάγκες του πανηγυριού, η ρυμούλκα σκεπάστηκε με ένα μεγάλο κομμάτι σατέν πολυεστέρα, ώστε να δωθεί η απαραίτητη για την περίσταση επίφαση γκλαμουριάς.

Εκατομμύρια άνθρωποι, σε όλο τον πλανήτη, είναι στημένοι μπροστά στις τηλεοράσεις τους περιμένοντας τη μεγάλη στιγμή. Οι αστροναύτες περιμένουν στο λεωφορειάκι που είναι παρκαρισμένο δίπλα από την εξέδρα εκτόξευσης.

Σιέρα-τάνγκο-σιέρα-51-λίμα προς χιούστον

– Χιούστον προς Σιέρα-τάνγκο-σιέρα-51-λίμα λαμβάνουμε.

– Σιέρα-τάνγκο-σιέρα-51-λίμα προς Χιούστον. Παιδιά τι γίνεται; Έχουμε σκάσει με τις καούκες στο κεφάλι.

– Χιούστον προς Σιέρα-τάνγκο-σιέρα-51-λίμα. Παρακαλούμε λίγη υπομονή. Γίνονται επιπλέον έλεγχοι στα διαμερίσματα στερεών καυσίμων. Μπορείτε να βγάλετε τις κάσκες. Θα χρειαστεί να περιμένουμε.

– Σιέρα-τάνγκο-σιέρα-51-λίμα προς χιούστον. Ρότζερ

Το πλήρωμα βγάζει τις κάσκες και κάθεται πιο αναπαυτικά.

Φράνσις;

– Έλα.

– Ξέρεις, έχω ένα κακό προαίσθημα.

– Σώπα καημένη.

– Δεν άκουσες τι είπε ο Μπομπ;

– Κοίτα, Κρίστα ξέρεις ότι ο Μπομπ είναι από το L.A.;

– Και τι πάει να πει αυτό;

– Χα! Αυτοί οι χαμουτζήδες δεν ξέρουν από χειμώνα μάνα μου.

– Έχει δίκιο η Κρίστα, δεν έχει ξαναγίνει εκτόξευση σε τόσο χαμηλές θερμοκρασίες.

– Εσύ Μάικλ σιλάνς. Μη μου την αγχώνεις. Κρίστα μου, βλέπει πολλές ταινίες ο τζες.

– Μα ο Μπομπ είναι ο μηχανικός της αποστολής.

– Σαχλαμάρες. Αυτό που σου λέω εγώ. Δεν έχουμε καμιά ανάγκη. Όταν καβαλήσεις το πυραυλάκι μας και γκάζώσουμε θα σου περάσουν όλα. Θα μείνεις γραμμένη στην ιστορία. Όλο το έθνος θα χειροκροτά κι εμείς θα πετάμε. Στ’ αστέρια θα σε πάω κούκλα μου.

– Φράνσις;

– Μη μου πεις κι εσύ τα ίδια Ρόναλντ!

– Όχι δεν…

– Τι είναι τότε;

– Χέζομαι.

Το γλέντι έχει ανάψει. Ο Αριστειδάκης κάθεται με το σόι του και η μάνα του τον φιλάει σε όλο το πρόσωπο αφήνοντάς του παντού κοκκινάδια. Έχει όνειρα γι’ αυτό το παιδί και τα βλέπει τώρα να εκπληρώνονται. Αρχικά έγινε και αυτός ένας απο τους σημαντικούς του χωριού. Έπιασε μικρόφωνο στο χέρι του.

– Άμα του πιάεις του μαρκούτσ’, δεν σ’αφήνει αυτό μετά. Θα το ‘χ’ς και θα του κρατάς απαξάπαντα.

Είναι σίγουρη πως μια καριέρα στην τηλεόραση δεν μπορεί να είναι μακριά. Α,ρε πως θα τον χαζεύει να λέει τις ειδήσεις. Θα βάλει και γυαλί οπωσδήποτε.

Όλοι οι τρανοί φοράν γυαλί. Το έχει δει αυτή.

Η αλήθεια είναι ότι και ο Αριστειδάκης είχε τα ίδια όνειρα με τη μάνα του. Ήθελε να γίνει κάποιος. Κυρίως κάποιος της τηλεόρασης. Μα παρουσιαστής μα μοντέλο. Κάτι τέλοσπάντων να φαίνεται πολύ. Να είναι ωραίος και να τον ρωτάν τη γνώμη του. Από μικρόν, στο χωριό, τον είχαν ταράξει στην καρπαζά. Ιδίως ο Βάμβουρας. Μια μέρα τον κυνήγαγε να τον χερικώσει γιατί είχε βάλει τα γίδια στο χωράφι του και τρώγαν το τριφύλλι. Ο Αριστειδάκης πήρε τέτοια τρομάρα που ανέβηκε σε μια συκιά και δεν κατέβηκε παρά μόνο όταν νύχτωσε.

– Ούι τον τζε! Έλεγαν όσοι τον έβλεπαν κουρνιαγμένο στο ψηλό κλαδί.

Λοιπόν χαμένου. Είπε ο δήμαρχος πλησιάζοντας το τραπέζι τους. Άφτον κι εσύ μαρή Ντοκόλαινα τον ματσάλιασες. Τώρα απ’ θα πας να καν’ς την κλήρουσ’, πρώτα θα ζητήσ’ το «Γρίβα μ’ σε θέλ’ ο Βασιλιάς» και θα μ’ αναγγείλ’ς να το χουρέψω πρώτ’ς. Μπρουστά. Ντάξ’; Μά’στα θα λες. Άιντε κ’νησ’.

Ο Αριστειδάκης ανέβηκε στη σκηνή. Έβηξε στο μικρόφωνο για να τσεκάρει τον ήχο. Έτσι είχε δει να κάνουν αλλά ακούστηκε πάλι ο μικροφωνισμός. Το χωριό πάγωσε, αλλά για καλή τους τύχη αυτή τη φορά ο ηχολήπτης δεν κοιμόταν όρθιος και το πρόλαβε. Όλοι του έριξαν δολοφονικά βλέμματα.

Ευσεβείς παρευρισκάμεν’. Ήρθε η ώρα που όλοι περιμένατε. Η ώρα της μεγάλ’ς κλήρουσης. Ακούστηκαν χειροκροτήματα. Πριν απ’ αυτό όμως θα ακούσουμ΄ ένα ακόμα άσμα το οποίο και θέλω να αφιερώσω στη μάναμ’ τη Χάιδω τη Ντοκόλαινα.

– Τι λέει ο γιόσ’ Χάιδω;

– Κάτσε καλά δήμαρχ’. Αυτός διαφεντέβ’ τώρα. Θα τραγουδήσ’ για τ’ μάνα τ’.

– Θα το κατακεφαλιάσω το χαμένου.

Η φωνή του Αριστειδάκη, εφιαλτική γκροτέσκα πριόνισε τα μυαλά των παριστάμενων.

– Ανάθεμά το του βραχνοκοκκόρ’ θα μας χαλάσ’ του παγκύρ’.

Ο Βάμβουρας έτρεξε μπροστά στην ορχήστρα και κουνώντας τα χέρια, πηδώντας και φωνάζοντας προσπαθούσε να τους σταματήσει. Κι όσο πηδούσε και φώναζε τόσο γκάριζε ο Αριστειδάκης ώσπου αρχίσανε τα μεγάφωνα να μικροφωνίζουν σε μια κορώνα διαρκείας. Τα μωρά κλαίγανε. Πως να τα ηρεμήσουν οι γονείς τους κρατώντας κλειστά τα αυτιά τους; Ποιανού τα αυτιά να πρωτοκλείσεις. Απελπισμένοι και οι γονείς και οι παππούδες έβαλαν κι αυτοί τα κλάματα. Ποιανού το στόμα να πρωτοκλήσεις με δυο χέρια;  Ο παπάς ήθελε να σταυροκοπηθεί αλλά χωρίς χέρια αδύνατον. Ο δήμαρχος γύρισε προς τη μεριά του ηχολήπτη που είχε γίνει μπουχός για να γλιτώσει το ξύλο. Πήδηξε, λοιπόν, πάνω στο τρακτέρ, το έβαλε μπροστά κι άρχισε να τραβάει μπρος-πίσω  τη ρυμούλκα για να τους πετάξει κάτω. Αριστειδάκης και ορχήστρα τραντάζονταν σαν μπακαλιαράκια στο τηγάνι, χωρίς να σταματούν. Το τρακτέρ ξεκίνησε με φόρα. Αυτοί, τίποτα, δώστου να βαράνε τα όργανα. Τα καλώδια τεντώνονταν. Πρώτο ανατράπηκε το τραπέζι που κάθονταν ο παπάς κι ο νοματάρχης. Παίρνοντας τη στροφή για να κατέβει από την πλατεία τα καλώδια έγιναν κόμπος. Στο κέντρο τους και οι δυο σφιχταγγαλιασμένοι φώναζαν από πόνο και ντροπή. Το τρακτέρ μουγκρίζοντας διέλυσε τα τραπέζια, τρέποντας τους καθήμενους σε άτακτη φυγή. Τα όργανα εκτοξέυθηκαν από τα χέρια των μουσικών χωρίς να σταματήσει ο μικροφωνισμός, τα ουρλιαχτά του κόσμου και οι γκαρίδες του Αριστειδάκη που είχε ασύρματο μικρόφωνο. Μόλις βγήκε η ρυμούλκα από την πλατεία, οι επιβαίνοντες πήδηξαν κάτω και χάθηκαν στα σκοτεινά χωράφια γλιτώνοντας το λιντζάρισμα. Κάποιος χτύπησε την καμπάνα φωνάζοντας «πιάστε τους», ένας άλλος κατέβασε το γενικό ρίχνοντας σκοτάδι και ησυχία σε όλο το χωριό. Ο Βάμβουρας ανασκουμπώθηκε και προσπαθούσε να ξεμπλέξει τον παπά από το νοματάρχη που μες το σκοτάδι έμοιαζαν με ερωτευμένο ζευγαράκι.

-Ρε παιδιά σταματήστε να φιλιέστε μας παίρνουν κάμερες.

– Ρόναλντ, σιλάνς! Στ΄αστέρια, στ’αστέρια μανάκι.

Ο Αριστειδάκης γύρισε σπίτι λίγο πριν το ξημέρωμα σε κακό χάλι. Βρώμικος, τσαλακωμένος και με στραβιά χωρίστρα. Η μάνα του τον περίμενε ξύπνια. Τον φίλησε στο μέτωπο και του πε δυο τελευταία σοφά λόγια πριν τον αποχωρισμό.

– Έτσ’ όπους τα ΄κανες βρε μαστραπά, να φυγ’ς να πάς στην Αθήνα γιατί το χουριό είναι πολύ μικρό για την κουρμοστασιά σ’.

ΤΕΛΟΣ ΠΡΩΤΗΣ ΠΡΑΞΗΣ

Advertisements

One thought on “Τσάλεν-τζες

δεν χρειάζεται διεύθυνση e-mail για να σχολιάσεις

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s