Παράλογο
φ.δ.

Παράλογο

Στο χείλος κάποιου πράγματος, σίγουρα. Σε ένα ύψος, όχι δυσθεώρητο και αφύσικο. Στο ύψωμα που κατακτιέται από ανθρώπινα πόδια Ένα διάλειμμα που κρατάει μια στιγμή Ίσα-ίσα να ρίξεις μια ματιά στη θέα Και μετά χάος. «Μιας και δεν χρειάζεται να σπρώχνω, θα ήταν κρίμα να μην δοκιμάσω κι εγώ να κάτσω λίγο στο τιμόνι της … Συνέχεια