φ.δ.

Adagio

Είναι βράδυ, Μεγάλη Παρασκευή στην Κέρκυρα. Τρεις μαντράχαλοι στρίβουν αστραπιαία σ’ ένα καντούνι. Τα βήματά τους είναι τσατισμένα. Η πόλη είναι αποκλεισμένη από τις δεκάδες χιλιάδες επισκεπτών και μπουρζουαζο-προσκυνητών. Τα κεντρικά καντούνια έχουν ξεχειλίσει. Μια τεράστια μάζα ανθρώπων κινείται στην πόλη όπως τα χρωματιστά τετραγωνάκια στον κύβο του Ρούμπικ. Μόλις αδειάσει χώρος, που φτάνει για άνθρωπο με μέσες διαστάσεις, καταλαμβάνεται ασυζητητί. Οι τρεις πόντικες είναι βιαστικοί. Προς άπασα κατεύθυνση, κάπου πίσω από τα ψηλά και ετοιμόρροπα κτήρια πορεύονται οι κεφαλές των θρησκευτικών πομπών και το πλήθος θεωρητικά τις ακολουθεί. Οι διαδρομές που διαγράφουν είναι δαιδαλώδεις. Διασταυρώνονται, ενώνονται και ανταλλάσσουν ουρές. Χαοτικά κτήνη. Οι μετακινήσεις είναι πολύ δύσκολες και κάθε προαποφασισμένη πορεία με συγκεκριμένη ώρα άφιξης είναι τζόγος.

Οι τρεις γενναίοι είναι “ασφαλείς”, προς το παρόν, στο σκοτάδι του στενού. “Που πάμε ρε μαλάκες μες το χαμό;” Ήρθε η πρώτη μομφή. “Τόσες μέρες το περιμένουμε και ούτως ή άλλως κάθε χρόνο το διασκεδάζεις.” Ο ήχος του πλήθους και των ύμνων, που φτάνει “πίσω από τα φώτα” είναι επιβλητικός. Οι κακόμοιροι τρεις δεν μπορούν να τον ανταγωνιστούν με έξι βιαστικά βήματα και λίγα τσουγκρίσματα απ’ τα μπουκάλια στις τσάντες τους.

Στο τέλος του στενού καντουνιού αρχίζει να φαίνεται το κεντρικό, όπου λαμβάνει χώρα “το σώσε”. Οι γονείς κρατούν τα παιδιά τους σφιχτά. Οι νεαρές ανταλλάσουν κομπλιμέντα. Όλοι, ακολουθώντας τις ίδιες καθημερινές συμβάσεις, σφιγμένοι μες τα καλά τους περιμένουν να συμμετάσχουν στην κατάνυξη, φιλοθέως και φιλανθρώπως τεθλιμμένοι.
-Ξέρεις τι γίνεται; Είναι ο ρόλος τους αυτός. Καταδικάζουν τον παραδίπλα στη μιζέρια και το πάσχα δείχνουν την κατανόησή τους στη θλίψη κάποιου κοινώς αποδεκτού. Του θεού επί παραδείγματι. Κι έτσι καθαρίζουν. Δεν είναι δικιά τους ιδέα όμως. Είναι το αντίτιμο που πληρώνουν για να μην είναι μόνοι.
-Προσπαθούν να δείξουν ότι έχουν ψυχή.
-Δικαιολογημένα. Είναι τόσο μεγάλο το δράμα τους που πρέπει να μασκαρεύονται. Μεταμφιεσμένοι σε κάτι, κατά τη γνώμη τους, αγαθό τραβούν την πορεία τους προς κάποια κορυφή που δεν είναι. Και δεν είναι, γιατί ούτε οι ίδιοι αποτελούν αυτή την κορυφή, ούτε υπάρχουν κορυφές άλλες πέρα από τη βούληση. Θα ήταν μεγάλο βήμα αν τους αρκούσε η μουσική απόψε.

Στρίβοντας στη γωνία που οδηγεί στον κεντρικό, οι τρεις κοντοστάθηκαν και διάβασαν στον τοίχο: “Βοήθεια, είμαστε παγιδευμένοι στη νήσο του πάσχα”. Κοιτάχθηκαν, γέλασαν και με ένα τίναγμα βρέθηκαν μέσα στο ποτάμι του κόσμου που τους τράβηξε στην πορεία του. “Ρε σεις είμαστε σίγουροι;” “Προχώρα.” Πρέπει να φωνάζει κανείς. Το πατσουλί και η ιδρωτίλα κολλάει πάνω στη φωνή και δεν φτάνει ο ήχος στον προορισμό του.

Ακολούθησαν αναγκαστικά την πομπή ή κάποιο μέρος, κάποιας πομπής, για λίγο και την κατάλληλη στιγμή πήδηξαν έξω. “Εδώ είμαστε, απόβαση στο πεζούλι”. Κάθισαν, έστριψαν τσιγάρο και έβγαλαν τα ούζα από τις τσάντες. Η πλημμύρα περνάει από μπροστά τους. Τσουγκρίζουν και σιγά-σιγά η μπάντα φτάνει. Λίγες στίξεις από τα κρουστά και όλοι περιμένουν. Πέφτει σιωπή διάφανη. Ως δια μαγείας η μουσική αναγκάζει τους πάντες να σκάσουν. Μόνο ανάσες. Για ένα δευτερόλεπτο σταματούν και οι ανάσες και τότε η συλλογική ανάσα των πνευστών ξεχωρίζει. Πόσα ζευγάρια πνευμόνια εισπνέουν ταυτόχρονα, βαθειά και σίγουρα; Οι θώρακες φουσκώνουν σταματούν σε πλήρη διάταση και οι πρώτες νότες του Adagio ακούγονται. Οι τρεις χαμογελούν, το πλήθος πενθεί. “Είναι από τις σπάνιες ευκαιρίες να δει κανείς τη θλίψη των αστών με τόσο καλή μουσική υπόκρουση.” Ξανατσουγκρίζουν. Ακούν το μοιρολόι του Albinioni και χαζεύουν το πλήθος. Είναι ηδονοβλεπτική η διάθεσή τους αλλά ομολογουμένως αντιμετωπίζουν το θέαμα με βαθύτητα. Όπως στο θέατρο λόγου χάριν.

Κρουστά, πνευστά χάλκινα και ξύλινα παρελαύνουν. “Πάντα μου τη δίναν οι στολές τους”. Αγανάκτησε ο ένας από τους τρεις καθήμενους. “Κι εμένα, άκου όμως”. Η κορύφωση έρχεται. Περνούν και τα τελευταία μέλη της μπάντας. Τα σπίτια τραντάζονται από τη μουσική. Πίσω από τους μουσικούς ακολουθούν οι τοπικοί άρχοντες και το ιερατείο. Μέσα από το πλήθος, κάπου σε μια πίσω σειρά ακούγεται ένα ουρλιαχτό. “Ντροπή σας”. Σοβάδες από τα παλιά κτίρια ξεκολλούν και πέφτουν. Υπάρχει ένταση. Ακούγεται μόνο η μουσική και τα ουρλιαχτά. Είναι ένας γέρος. “Μας φάγατε εγκληματίες”, σχεδόν κλαίει. Οι άρχοντες συνοφρυώνονται κι αυτός ξεσκίζει το λαρύγγι του. “Να πεθάνετε”. Η φωνή του σαλπίζει από μια, κρυφή έως τώρα, διάσταση. Ο θρήνος αποκτά σώμα. Αν δεν υπάρχει κυβισμός στη μουσική αυτό θα μπορούσε να ήταν η αρχή του. Η μουσική βοηθάει το ξέσπασμα, το υπαγορεύει. Το ξέσπασμα συνυπάρχει με τη μουσική στον ίδιο ηχητικό καμβά. Ακόμα δεν έχει ακουστεί ούτε ψίθυρος από το πλήθος. Η ατμόσφαιρα συμπάσχει. Στέκονται όλοι αμίλητοι με τα αυτιά ξεσκισμένα από μια γενιά νεκρή που την τελευταία στιγμή σκαρφαλώνει πάνω στο ίδιο της το μοιρολόι για να γράψει ποίηση. “Έχουμε φτιάξει παιδιά, μεγαλωμένα με αξίες. ΤΕΛΕΙΩΣΑΤΕ.” H γκρανκάσα χτυπάει και όλα τα πνευστά παίζουν το κρεσέντο. Μερικοί γορίλλες πέφτουν πάνω στον παππού, ακούγονται ψίθυροι. Το πλήθος αποκτά κινητικότητα αλλά δεν αντιδρά. Το μοιρολόι σβήνει αργά.

Οι τρεις σηκώνονται αηδιασμένοι. “Πάμε σπίτι;” λέει ο ένας σε υπερένταση. Περνούν κάποια δευτερόλεπτα. “Νωρίς είναι” απαντά ο άλλος χωρίς να ακούσει. Είναι πολύ νωρίς ακόμα.

φιδ’

Advertisements

One thought on “Adagio

δεν χρειάζεται διεύθυνση e-mail για να σχολιάσεις

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s